Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Πολυδούρη Μαρία: Η Πριγκηπέσσα Της Θλίψης...


Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε το 1902 στη Καλαμάτα.
Είχε βγάλει λοιπόν το Γυμνάσιο Φιλιατρών και στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα όπου συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο.
Να πούμε ότι απ την νεαρήτης ηλικία η Μαρία έφραφε ποιήματα.
Είχε εγγραφεί στη Νομική Σχολή αντί της Φιλοσοφικής που ήταν η προτίμηση του πατέρα της.
Μαθαίνουμε στη συνέχεια πως σαν φοιτήτρια γνωρίστηκε με τον Καρυωτάκη.
Κι ο μεν φοίτησε κανονικά και στα χρονικά όρια πήρε το δίπλωμά του, η Μαρία δεν συμπλήρωσε ποτέ τις σπουδές της & χωρίς όμως ποτέ να πάρει πτυχίο της.
Διορίστηκε υπάλληλος κι εργάστηκε σε διάφορες νομαρχίες, παράλληλα έγραφε ποιήματα.
Έγραψε δυο ποιητικές συλλογές: «Τρίλιες Που Σβήνουν» κι «Ηχώ Στο Χάος».
Μερικά ποιηματά της είναι τα εξής:
Όνειρο, Θα 'ρθεις Αργά, Σωτηρία, Γιατί Μ' Αγάπησες... , Κοντά Σου, Ποιος Ξέρει, 'Ανοιξη, Ζωή, Βαριά Καρδιά, Ούτε Κι Εδώ... , Όνειρο, Μη Με Βλέπετε Που Κλαίω... , Χαμένα, Δειλινά, Εικόνα, Σαν Πεθάνω.
Η ζωή κι η ποίησή της ήταν επηρεασμένη από την άτυχη σχέση της με τον Καρυωτάκη, γνωστό πεισιθάνατο ποιητή των «Νηπενθών».
Δεν έζησε αρκετά ώστε να ολοκληρώσει τη ποιητική της προσπάθεια.
Οι στίχοι της είναι ατημέλητοι και τους διακρίνει μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή.
Τώρα ξέρουμε πως παρά τις δυσκολίες τις οικονομικές κείνου του καιρού, όντας κάτοχος ενός ακινήτου στη Καλαμάτα, προβαίνει στην εκποίησή του και με το συγκεντρωμένο ποσό αποφασίζει να φύγει & να ταξίδεψει το 1927 στο Παρίσι, όπου γύρισε άρρωστη από φυματίωση.
Πολλά ειπώθηκαν για το ταξίδι αυτό.
Πως έφυγε για να κάνει επίδειξη αδιαφορίας στον Καρυωτάκη που η άρνησή του στη πρότασή της για γάμο, είχε τραυματίσει την αξιοπρέπειά και τον εγωισμό της.
Εκείνην ακριβώς την εποχή είχεν αρραβωνιαστεί μ' ένα νέο καθ' όλα αξιόλογο, επιστήμονα κι έφυγε χωρίς και μ' αυτόν να εξηγηθεί.
'Αγνωστο παραμένει με ποιες ασχολίες και με ποια ενδιαφέροντα κύλησανε τα χρόνια της διαμονής της στο Παρίσι.
Αρρώστησε εκεί και για ορισμένο διάστημα νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο κι όταν επέστρεψε στην Αθήνα τόσον από υγεία, όσο κι από οικονομική επάρκεια, η κατάστασή της ήταν τραγική.
Επεδίωξε και πέτυχε την είσοδό της στη Σωτηρία, το έσχατο τότε καταφύγιο των φυματικών μ' ανεπαρκή οικονομικά μέσα, όχι τόσο της κλονισμένης υγείας, όσο για να 'χει εξασφαλισμένη κάποια στέγη και τροφή.
Τελικά μπήκε στο νοσοκομείο Σωτηρία, αλλά ήτανε πλέον αργά.
Μέσα στο νοσοκομείο η Μαρία έγραψε διάφορα ποιήματα, όπως επίσης έμαθε & για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη όπου αυτό επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας της.
Η Μαρία είχε γράψει & ένα ποιήμα / τραγούδι που προμήνυε & το τέλος της λές & το γνώριζε..
Στις "Τρίλιες Που Σβήνουν" υπάρχει ένα τραγούδι της που αρχίζει:
"Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη..."
Στης 30 Απρίλη του 1930 πέθανε σε ηλικία 28 χρονών.


Σαν Πεθάνω

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη
όταν αντικρύ θ' ανοίγει μες στη γλάστρα μου δειλά
ένα ρόδο -μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα θλιβερή σα τη ζωή μου,
που η δροσιά της, κόμποι δάκρι θα κυλά πονετικό
στ' άγιο χώμα που με ρόδα θα στολίζει τη γιορτή μου,
στ' άγιο χώμα που θα μου 'ναι κρεβατάκι νεκρικό.

Όσ' αγάπησα στα χρόνια της ζωής μου θα σκορπίσουν
και θ' αφανιστούν μακριά μου, σύννεφα καλοκαιριού.
Όσα μ' αγαπήσαν μόνο θα 'ρθουν να με χαιρετίσουν
και χλωμά θα με φιλούνε σαν αχτίδες φεγγαριού.

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη.
Η στερνή πνοή μου θα 'ρθει να στο πει και τότε πια,
όση σ' απομέν' αγάπη, θα 'ναι σα θαμπό καντήλι
-φτωχή θύμηση στου τάφου μου την απολησμονιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου