Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Ουράνης Κώστας: Θλιμμένο Τρυφερό Στρουθίον...


Ο Κωσταντίνος Ουράνης ή Κώστας Νιάρχος όπος ήταν το πραγματικό του όνομα ή όπως το άλλαξε ο ίδιος, Νέαρχος, γεννήθηκε το 1890 στη Κωνσταντινούπολη.
Ο πατέρας του Νικόλας καταγόταν από τη Κουνουπιά της Κυνουρίας κι η μητέρα του Αγγελική Γιαννούση από το Λεωνίδιο.
Στο Λεωνίδιο έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το δημοτικό σχολείο.
Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, κατόπιν πήγε στη Κωνσταντινούπολη όπου συνέχισε στη Ροβέρτειο Σχολή και στο ιδιωτικό Λύκειο Χατζηχρήστου απ' όπου αποφοίτησε.
Σ' ηλικία 18 χρονών ήρθε στην Αθήνα όπου εργάστηκε για λίγο στην εφημερίδα "ΑΚΡΟΠΟΛΗ".
Κατόπιν, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές τις οποίες παραμέλησε λόγω της μεγάλης του αγάπης στα ταξίδια.
Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, αρρώστησε από φυματίωση και με συμβουλή των γιατρών παρέμεινε δύο χρόνια στο Νταβός της Ελβετίας.
Εκεί γνώρισε τη Πορτογαλίδα Μανουέλα Σαντιάγκο και τη παντρεύτηκε, όπου μετά από λίγα χρόνια χώρισαν.
Στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε με τη συγγραφέα και κριτικό Ελένη Νεγρεπόντη (γνωστή και με το ψευδώνυμο Αλκης Θρύλος).
Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος στη Λισαβόνα και το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξασκώντας τη δημοσιογραφία σα χρονογράφος, συντάκτης, ανταποκριτής ή έκτακτος απεσταλμένος.
Υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ" και τακτικός συνεργάτης στις εφημερίδες "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ", "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ" και ταυτόχρονα στον "ΕΘΝΙΚΟ KΗΡΥΚΑ" της Αμερικής.
Σαν ανταποκριτής και δημοσιογράφος ταξίδεψε σ' όλο το κόσμο και μ' αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία.
Παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με τη μόνιμα κλονισμένη υγεία του.
Ασχολήθηκε με τη ποίηση και με τη ταξιδιωτική κυρίως πεζογραφία.
Η κατάσταση τής υγείας του ποιητή επιδεινώθηκε μετά τη κατοχή.
Από τότε, χρειάστηκε να νοσηλευθεί κατά καιρούς στο Σανατόριο Παπανικολάου, στα Μελίσσια Αττικής.
Στο Σανατόριο αυτό πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή.
Ο Κώστας Ουράνης ήταν ποιητής & πεζογράφος & απ' τους πρώτους και πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της σχολής του ρομαντισμού.
Επίσης έγραψε διηγήματα, κριτικές μελέτες, μικρές πρόζες και δοκίμια, με ξεχωριστή επίδοση σε θέματα των εικαστικών τεχνών.
Τέλος ασχολήθηκε με τη μετάφραση ξένων έργων.
Το πρώτο του ποίημα (εμπνευσμένο από την καταστροφή της Αγχιάλου) το έγραψε σε ηλικία 14 χρονών, όταν φοιτούσε στη Ροβέρτειο Σχολή.
Πρωτοεδημοσίευσε ποιήματά του τον Δεκέμβριο του 1908 στο περιοδικό "ΕΛΛΑΣ".


Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το "Ημερολόγιον Ελλάδος" και μ' ένα μεγάλο αριθμό περιοδικών:

"Δάφνη", "Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Γράμματα" και "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας, "Νέοι", "Μούσα", "Παναθήναια", (Αμερικής), "Μπουκέτο", "Οικογένεια", "Ημερολόγιο Του Μπουκέτου", "Κυριακή Του Ελεύθέρου Βήματος", "Ελληνικά Γράμματα", "Πειθαρχία", "Νέα Εστία", "Σήμερα", "Νεοελληνικά Γράμματα", "Ορίζοντες", στη "Φιλολογική Πρωτοχρονιά".

Επίσης έγραψε και στις εφημερίδες:

"Ακρόπολις", "Νέα Ελλάς", "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερος Λόγος", "Δημοκρατία", "Ελεύθερον Βήμα", "Πρωία", "Αθηναϊκά Νέα", "Η Καθημερινή" κ.α.

Το έργο του Κ. Ουράνη αποτελείται κύρια από τις ποιητικές συλλογές:

"Σαν Όνειρα" (1909), "Spleen" (1912) και "Νοσταλγίες" (1920), την κριτική μελέτη "Κάρολος Μπωντλαίρ" (Αλεξάνδρεια 1918), τα ταξιδιωτικά βιβλία "Sol y Sombra" (1934), "Σινά, Το Θεοβάδιστον Όρος" (1944), "Γλαυκοί Δρόμοι" (1947), "Ταξίδια Στην Ελλάδα" (1949) και τη μυθιστορηματική βιογραφία "Αχιλλεύς Παράσχος".

Μερικά Ποιηματά του είναι τα εξής:
Η Αγάπη, Φθινοπωρινό Πάρκο, Ζωή, Της Αγάπης, Το Κορίτσι Των Δεκατριών Χρονών, Ερωτικό, Ταξίδι Στα Κύθηρα, Ένα Καράβι Φεύγει..., Η Ζωντανή Νεκρή, Δον Κιχώτης, Τελευταία Σχεδιάσματα, Θα Πεθάνω Ένα Πένθιμο Του Φθινοπώρου Δείλι...,


Θα Πεθάνω Ένα Πένθιμο Του Φθινοπώρου Δείλι...

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες στη κρύα μου κάμαρα, όπως έζησα, μόνος,
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τον κούφιο τον θόρυβο π' ανεβάζει ο δρόμος.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' επιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου.
Θα 'ρθει ο αστυνόμος θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.
Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: -"Τον Ουράνη
μη τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε!..."
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: -"Μ' αυτός έχει πεθάνει".
Μια στιγμή θα κοιτάξουνε ο καθένας τον άλλον,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι,
θε να πουν: -"Τ' ειν' ο άνθρωπος!... Χτες ακόμα ζούσε!"
Και βουβά το παιγνίδι τους θ' αρχινίσουνε πάλι.
Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα "ψιλά" που θα γράψει
πως: "Προώρως απέθανεν ο Ουράνης στη ξένη,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, πούχε κάποτ' εκδόσει
συλλογή με ποιήματα πολλά υποσχομένη".
Κι αυτός θάναι ο στερνός της ζωής μου επιτάφιος.
Θα με κλάψουνε βέβαια μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες
όπου θα 'ν' όλοι οι φίλοι μου κι ίσως οι οχτροί μου.
Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη στο πολύβοο Παρίσι,
και μια Κίττυ θαρρώντας πως τη ξέχασα γι' άλλη
θα μου γράψει ένα γράμμα και νεκρό θα με βρίσει.

(Λέγετε ότι αυτό το ποιήμα ο Κώστας Ουράνης το ειχε γράψει για την πρώτη του γυναίκα που είχε γνωρίση στο Παρίση)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου