Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928


Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση.
Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιός του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη.
Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας.
Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής.
Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913.
Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων».
Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την Χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς.
Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου.
Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας.
Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές.
Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας.
Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921,
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί.
Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη.
Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία.
Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».
Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.
Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.
Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί.
Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας.
Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο.

Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ.
Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ.
Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία.
Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο.
Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό.
Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου.
Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά.
Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία.
Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες.
Σ' αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο.
Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου.
Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά.
Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο.
Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης.
Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα.
Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια.
Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών.

Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.
Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές.
Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική.
Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.


Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.


Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ (1884-1974)


Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας (τότε Ανατολικής Ρωμυλίας), όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.
Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και γράφτηκε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία.
Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1902 και διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου σε ηλικία δεκαοχτώ ετών.

Τον ίδιο χρόνο έφυγε για σπουδές στην Αθήνα με υποτροφία του κληροδοτήματος του Νικόλαου Παρασκευά από τη Βάρνα.
Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.
Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη.
Το 1908 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε ελληνοδιδάσκαλος στην Αμαλιάδα.
Από εκεί έστειλε στο περιοδικό Νέα Ζωή της Αλεξάνδρειας το ποίημα Θυσία.
Μετά από άρνηση του περιοδικού να το δημοσιεύσει, μέλη της Νέας Ζωής αποχώρησαν και δημιούργησαν το περιοδικό Γράμματα, όπου και δημοσιεύτηκε η Θυσία.
Τρία χρόνια αργότερα έγινε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου και μετά από κατηγορίες εναντίον του για εμπλοκή στην υπόθεση των Αθεϊκών του Βόλου μετατέθηκε στα Μέγαρα.
Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος με τους «απαλλαγέντας και αγυμνάστους του 1900-1902», φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού και το 1915 διορίστηκε σχολάρχης στην Κερατιά Αττικής.
Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ.
Το 1916 επιστρατεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά στη Λήμνο (είχε προηγηθεί η λήξη της Βουλγαρικής ουδετερότητας).
Το 1917 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Πειραιά, και το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην αισθητική και τη νεοελληνική φιλολογία στο Παρίσι.
Η εκεί παραμονή του σηματοδότησε την ιδεολογική προσχώρησή του στο μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, καρπός της οποίας στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής.
Μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου η υποτροφία του διακόπηκε και ο Βάρναλης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στις αρχές του 1821 διορίστηκε καθηγητής στο Γ΄ Γυμνάσιο του Πειραιά.
Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας (δέυτερη αναθεωρημένη έκδοση πραγματοποίησε το 1933).
Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα.
Το φθινόπωρο του 1923 μετά από ανάκληση της διακοπής της υποτροφίας του ξαναπήγε στο Παρίσι, όπου έμεινε στο σπίτι του φίλου του χαράκτη Γιάννης Κεφαληνού.
Το 1924 γύρισε στην Αθήνα και δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού.
Ένα χρόνο αργότερα σημειώθηκε η κριτική διαμάχη του Βάρναλη με τον Γιάννη Αποστολάκη.
Ο Βάρναλης δημοσίευσε το δοκίμιο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, αντιτιθέμενος στην ιδεαλιστική ποιητική θεωρία που είχε εκφράσει ο Αποστολάκης στο έργο του Η ποίηση στη ζωή μας.
Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, αρχικά προσωρινά και στη συνέχεια οριστικά, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ως παράδειγμα της αντεθνικής δράσης των μεταρρυθμιστών Παιδαγωγών ένα απόσπασμα από Το φως που καίει.
Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου.
Το 1927 επέστρεψε στην Αθήνα και τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους.
Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου.
Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη .
Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα μαζί με το Γληνό και μετά από εντολή του Κονδύλη εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο.
Παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, το 1856 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.
Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι).
Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄.
Πέθανε το Δεκέμβρη του 1974.
Μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Οργή Λαού, γραμμένη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και τα Φιλολογικά Απομνημονεύματα, συγκεντρωτικός τόμος δημοσιευμάτων του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος από το Φεβρουάριο ως τον Αύγουστο του 1935.
Η πορεία του Βάρναλη στο χώρο της ποίησης ξεκίνησε το 1904, όταν εξέδωσε τις Κηρύθρες, την πρώτη του ποιητική συλλογή με πρόλογο του Στέφανου Μαρτζώκη.
Στα πρώτα του βήματα συμπορεύτηκε πνευματικά με τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη με έντονες επιρροές από το ρέυμα του παρνασσισμού και τις διονυσιακές και ανθρωπιστικές ιδέες.
Με τον Προσκυνητή πέρασε σε μια νέα ιδεολογική κατεύθυνση και υιοθέτησε ένα μεσσιανικό πρότυπο της ποιητικής ιδιότητας, ενώ με το Φως που καίει σηματοδοτήθηκε η τελευταία ιδεολογική του μεταστροφή, αυτή τη φορά προς την κοινωνικά και πολιτικά στρατευμένη λογοτεχνία με τη παράλληλη όμως παρουσία σατιρικών, λυρικών, δραματικών και συμβολιστικών στοιχείων.
Ο τελευταίος αυτός προσανατολισμός του τον συνόδεψε σ’ όλη τη ζωή του και κυριαρχεί και στα κριτικά του κείμενα.
Γενικά το έργο του Βάρναλη αντικατοπτρίζει τη δεκτικότητά του απέναντι σε νέες ιδέες και η συνύπαρξη αντιθετικών στοιχείων στο έργο του αποτελεί έναν από τους λόγους της ιδιαίτερης γοητείας του.

Μερικά απ τα έργα του είναι τα εξής:

Οἱ Μοιραῖοι
Ἡ μπαλάντα τοῦ κυρ-Μέντιου
Τσιγγάνικο
Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς
Θυσία
Ζούγκλα
Πρόλογος (Σκλάβοι Πολιορκημένοι)
Ἀρχὴ σοφίας
Ἀνάσταση
Πρωτοχρονιάτικο
Ἡ Μάνα τοῦ Χριστοῦ
Ἡ Μαγδαληνή
Πρόλογος «Στὸ φῶς ποὺ καίει»
Τὸ ἀηδόνι κ.α.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

Διάφανα Κρίνα - Κι αν έσβησε σαν ίσκιος (Ποίηση Κ. Καρυωτάκη)

(Το βίντεο είναι από τις ηχογραφήσεις στο SIERRA.)

 

ΚΙ ΑΝ ΕΣΒΗΣΕ ΣΑΝ ΙΣΚΙΟΣ…

 

Μουσική: ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ


Στίχοι:    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

 

  

 

 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙
Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙
Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,
η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Υπόγεια Ρεύματα - Πολύμνια (Ποίηση Κ. Καρυωτάκη)

Kαταπληκτικο ποιημα του Κωστα Καρυωτακη μελοποιημενο απο τα υπογεια ρευματα. Απο τον δισκο ''Εικονες στα συννεφα''.

Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Υπόγεια Ρεύματα
Πρώτη εκτέλεση: Υπόγεια Ρεύματα



Ψεύτικα αισθήματα ψεύτικοι κόσμοι,
μα το παράξενο φως του έρωτός μου
φέγγει στου σκοτεινού δρόμου την άκρη
με το παράπονο και με το δάκρυ.

Κόρη χλωμόθωρη μαυροντυμένη
κι είναι σαν όνειρο και περιμένει.
Λάμπει το βλέμμα της απ' την ασθένεια
σάμπως να λιώνουνε χέρια κερένια.

Στ' άσαρκα μάγουλα πώς έχει μείνει
πίκρα το νόημα γέλιου που σβήνει!
Είναι τ' αξήγητο το μικροστόμα
δίχως το μίλημα, δίχως το χρώμα.

Κάποια μεσάνυχτα θα σ' αγαπήσω,
μούσα τα μάτια σου θα τα φιλήσω,
να 'βρω γυρεύοντας μες στα νερά τους
τα χρυσονείρατα και τους θανάτους
και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου,
και το παράξενο φως του έρωτός μου

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Μωρά στη φωτιά - Χαμαιλέων (ποιήση Οδυσσέα Ελύτη)

 

Ο χαμαιλέων

στιχοι - Οδυσσέας Ελύτης
μουσικη - Σαλβαδόρ




 

το επαγγελμα μου το εξασκω στο Καιρο κ στη Δαμασκο
χρονους εννια κ πλεον σαν ενας χαμαιλεων

πρωι πρωι χαραματα κοβω απ τον ηλιο γραμματα
στη γλωσσα που διαβαζουνε οι αγραμματοι κ αγιαζουνε

κατα τις 11 παρα το στηνω μες την Αγορα
πουλαω φως κ ουρανιο στιχους απ το Κορανιο

πουλαω τ οχι κ το ναι κ οσα ποτε δεν ειδανε
στη Λειλα στη Λειλε πουλαω το ροζ κ το βιολε

στο τζαμι την ωρα που ναι οι πιστοι κ προσκυνουνε
κανω κ ερχονται απο περα τα ουρι μες τον αερα

μια στιγμη στο δειλινο ριχνω χρωμα γαλανο
υστερα πανω απ τα καστρα παω να καρφωσω τ αστρα

δεν ειμαι Μωαμεθανος ουτε κ ανηκω κανενος
σ οσους κ να παω τοπους ιδους βρισκω τους ανθρωπους

το επαγγελμα μου το εξασκω στο Καιρο κ στη Δαμασκο
χρονους εννια κ πλεον σαν ενας χαμαιλεων

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Μαρία Πολυδούρη - Προδοσία

Ζωὴ πῶς μὲ παράδωσες μ᾿ ἕνα φιλὶ στοὺς δήμιους.


Οἱ δήμιοί σου, καλόγνωμοι, θάνατο δὲν προστάζουν.
Εἶνε κι᾿ αὐτοὶ ἀπ᾿ τοὺς τιμίους σου καὶ τοὺς εὐγενικούς!
Χαμόγελο τὰ χείλη τους καὶ γλυκὸ λόγο στάζουν
κ᾿ ἔχουν κι᾿ ἀγάπη καὶ σκοποὺς ὡραίους καὶ ἱπποτικούς.
Ὤ, ἐμένα τὸ αἷμα μου ἔλειψεν ἀπ᾿ τὴ φριχτὴ ἀγωνία,
στὸν ξέσαρκό μου τράχηλο νὰ σέρνεται ἡ θηλιὰ
καὶ νὰ μὴ σφίγγη. Ὤ, εὐγενικὴ τῶν δημίων μου μανία,
ἔχω μέσα στὰ στήθη μου σπασμένη τὴν καρδιά.
Ἔχω σπασμένη τὴν καρδιά. Μ᾿ ἔχει ἡ ζωὴ προδώσει
καὶ μοῦ ζητᾶνε νὰ γελάσω ἀθῶα καὶ τρυφερὰ
καὶ νἆναι μέσ᾿ στὰ μάτια μου χαρὰ καὶ λάμψη τόση,
ποὺ νὰ γενῆ στὰ εὐγενικά σας ὄνειρα φτερά.
Ἐγὼ πρέπει ἀπ᾿ τὴ λίγη μου σταγόνα νὰ σᾶς θρέψω
τοῦ αἵματος, ποὺ φαρμάκωσε κι᾿ αὐτὴ μέσ᾿ στὴν καρδιά.
Τὰ φάσματα τῶν πόθων μου λουλούδια νὰ σᾶς δρέψω
καὶ νὰ δεχτῶ σὰ μίαν αὐγὴ τὴν τελευταία βραδιά.


Κι᾿ ἂν ἡ σπασμένη μου καρδιὰ τρίξη στὸ σαρκασμό μου,
κι᾿ ἂν ἀντὶ δάκρι στάξουνε τὰ μάτια μου φωτιά,
θὰ μοῦ ραβδίστε τὸ χυδαῖο κι᾿ ἄπρεπο στοχασμό μου
εὐγενικὰ στυλώνοντας τὴν βλοσυρὴ ματιά.
Ὅμως ἡ βαριὰ μοίρα μου δὲν εἶνε ὁ θάνατός μου.
Μέσ᾿ στὴν καρδιά μου βόσκουνε πληγὲς ἀπὸ φωτιά.
Ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ἀνύποπτα, τίμιος θὰ γίνη ἐχθρός μου
στὸν ξέσαρκό μου τράχηλο νὰ σφίξη τὴ θηλιά!

πηγή: Τεϊοποτείον: Προδοσία - Μαρία Πολυδούρη http://teiopoteion.blogspot.com/2010/10/blog-post_7976.html#ixzz12HXMykaN

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

ΕΡΩΤΑΣ ΔΙΧΩΣ ΕΝΟΧΕΣ

Συναντηθήκαμε σ’ ένα ερημωμένο πάρκο.
Το είχα διαλέξει επίτηδες για να σε ξεμοναχιάσω.
Ντύθηκες πρόχειρα και κατέφθασες με βαριεστημένο βλέμμα.
Σε άρπαξα απ’ τη μέση και άρχισα να σε φιλάω.
Ανταποκρίθηκες σχεδόν αμέσως παρά το αρχικό σοκ.
Και τότε,
για πρώτη φορά,

αφήσαμε τα σώματα μας ν' αναζητήσουν το ένα το άλλο,
αδιαφορώντας για τον Θεό,

την ηθική και την αστυνομία του έρωτα.


Νικόλαος Γ. Λυκομήτρος

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Εκδήλωση μνήμης για το Νικηφόρο Βρεττάκο


Εκδήλωση μνήμης για το Νικηφόρο Βρεττάκο, διοργανώνουντο Σάββατο 9 Οκτωβρίου στις 11 π.μ., στην Πλούμιτσα Κροκεών Λακωνίας, η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης,
ο Σύλλογος Φίλων του Αρχείου Νικηφόρου Βρεττάκου και η οικογένεια του ποιητή.


Η εκδήλωση γίνεται με την ευκαιρία της αποκομιδήςτων οστών του ποιητή από το Α‘ Νεκροταφείο Αθηνών και τη μεταφορά τους σε κρύπτη στον Αγιο Γεώργιο Πλούμιτσας.

Αρχικά θα γίνει θρησκευτική τελετή, στο εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, θα ακολουθήσει αποκάλυψη της προτομής του Νικηφόρου Βρεττάκου από το νομάρχη Λακωνίας Κώστα Φούρκα και στον ύπαιθρο χώρο εκδηλώσεων,
θα αναφερθούν στη ζωή του ποιητή,
Οι:
Γρηγόρης Σκαλκέας, ακαδημαϊκός,
Βιντσέντσο Ρότολο, πρόεδρος του Σικελικού Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών,
Ντέιβιντ Κόνολλυ, καθηγητής Μεταφρασεο λογίας του Αριστοτελείου,
Παναγιώτης Βρεττάκος, φιλόλογος - συγγραφέας.

Στη συνέχεια, ο γιος του Κώστας Βρεττάκος, θα ξε ναγήσει τους καλεσμένους του στο «καταφύγιο του ποι ητή».
Εναν φιλόξενο χώρο περισυλλογής, που είχε ορα ματιστεί ο πατέρας του το 1972, όταν βρισκόταν αυτο εξόριστος στο Παλέρμο.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Η καταραμένη ροκ ποίηση

Πίσω από τη μουσική βρίσκονται οι λέξεις, οι στίχοι που στηρίζουν - ενισχύουν τη μελωδία, ο λόγος, που δίνει την αφορμή για δυνατές ρυθμικές εξάρσεις
Η αστική μουσική των τελευταίων δεκαετιών, τουλάχιστον στην «αντέργκραουντ» εκδοχή της, έδωσε μια ποιητική διάσταση στον λόγο της, ανατρέποντας μάλιστα κανόνες και δεδομένα του ποιητικού λόγου. Ο λόγος και η αισθητική του δρόμου, επεξεργασμένα από παιδιά μεσοαστικών συνήθως οικογενειών που πολλές φορές ζουν στο περιθώριο, κάνουν τη ροκ ποίηση να έχει «εξωκοινωνική» προέλευση, που συχνά τη μετατρέπει σε όχημα κοινωνικής κριτικής και αντίδρασης. Δεν είναι αναγκαίο να δεχθούμε ότι οι ροκ μουσικοί είναι επαναστάτες αλλά ότι βλέπουν και καταγράφουν από τη δική τους κοινωνική γωνία όσα συμβαίνουν γύρω τους και τους απασχολούν με έναν τρόπο άμεσο, δεικτικό, με λέξεις και εκφράσεις που η «κανονική» ποίηση αποφεύγει να χρησιμοποιεί. Ετσι δεν έχουμε μόνο τη μουσική της πόλης (από τη δεκαετία του '50 και μετά) αλλά και την αντίστοιχη ποίηση.
Ο ποιητικός λόγος του ροκ βρήκε πολλούς επικριτές στη διαδρομή του, που τον κατηγόρησαν για χυδαιότητα, για φτωχά εκφραστικά μέσα, για άτεχνη δομή, χωρίς να κατανοήσουν ότι στην ουσία αυτά ήταν τα προτερήματά του.
Για να φθάσουμε στις ημέρες μας που η αποδοχή αυτής της ποίησης δίνει το δικαίωμα σε πολλούς καθηγητές αμερικανικών πανεπιστημίων να διδάσκουν μαθήματα για την ποίηση του Bob Dylan ή του Tupac Shacur. Μπορεί ο λόγος της σύγχρονης αστικής μουσικής να έχει μια αυτονομία και να είναι προϊόν των αστικών συνθηκών, έχει όμως δεχθεί επιδράσεις από αρκετούς ποιητές, κυρίως του περασμένου αιώνα, που λειτουργούσαν σαν φετίχ για τη ροκ κοινότητα.
Το 1965 οι Fugs (από τα πρωτοπάνκ γκρουπ της Νέας Υόρκης) χρησιμοποιούν στίχους του Blake και του Swinburne στον πρώτο τους δίσκο και ο Dylan διάβαζε Ρεμπό όταν δημιουργούσε τον παράνομο ήρωα John Wesley Harding. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Ρεμπό είναι ο πιο επιδραστικός ποιητής για τη ροκ κουλτούρα αφού τον συναντάμε να έχει σχέση με τελείως αντιφατικά μουσικά δημιουργήματα, επηρεάζοντας από το Rock 'n' Roll High School ως τον Tom Verlaine, την Patti Smith και τον Van Morrison, ο οποίος το 1985 γράφει το «Tore down a la Rimbaud».
Οι λογοτέχνες μουσικοί
Το όνειρο του Wilko Johnson (Dr. Feelgood) ήταν να μελοποιήσει την «Ωδή στην αθανασία» του Wordsworth αλλά οι τραγουδιστές του συγκροτήματός του τον αποθάρρυναν γιατί δεν μπορούσαν να το πουν σωστά. Το 1959 στο ποίημά του «Σπουδές του Ναρκίσσου» ο Delmore Schwartz έγραφε: «Ο νους γνωρίζει αλλά και καταλαμβάνεται από όλα τα συντρίμμια κάθε στοιχειωμένης, κυνηγημένης τελετής των γενεών»...
Αν το σκεφθείτε, θα διαπιστώσετε ότι είναι μια άποψη που έχει επιδράσει στην ποίηση του Lou Reed που τον είχε καθηγητή στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών και ο οποίος του αφιερώνει τον δίσκο του «Blue Mask» και το τραγούδι «My House».
Ο ρομαντισμός του Blake είναι πανταχού παρών στα τραγούδια του Marc Bolan και των Τ-Rex και στο άλμπουμ του συγκροτήματος Unicorn (1969) ο Bolan εμφανίζεται στο οπισθόφυλλο κρατώντας ένα βιβλίο με ποιήματά του.
Ο Σέλεϊ είναι από τους αγαπημένους του Mick Jagger και πολλοί λένε ότι ο τίτλος του δίσκου «Let it bleed» (απάντηση στο «Let it be» των Beatles) προέρχεται από τον στίχο του Σέλεϊ: «Πέφτω πάνω στ' αγκάθια της ζωής. Ματώνω!».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επιδράσεις είναι πολλές, κυρίως από τους ρομαντικούς και «καταραμένους» ποιητές του περασμένου αιώνα, που έδωσαν τη δυνατότητα στους «ποιητές του ροκ» να φτιάξουν ένα καινούργιο κράμα λόγου όπου η καθημερινότητα, ο αισθησιασμός, η σκληρή πραγματικότητα του δρόμου, οι ονειροπολήσεις και οι εικόνες των παραισθησιογόνων συνθέτουν ένα καινούργιο, εκρηκτικό και εν πολλοίς επαναστατικό χαρμάνι.
Αλλωστε δεν είναι τυχαίο που υιοθετούνται από τους ρόκερ οι οργισμένοι ποιητές του περασμένου αιώνα αφού ενσαρκώνουν με την ποίησή τους αλλά και με τον τρόπο ζωής τους αισθητικά πρότυπα που το ροκ πρόβαλλε ως άποψη και στάση ζωής.
Φυσικά όλα αυτά καθόλου δεν σημαίνουν ότι το σύνολο του ροκ έχει μια ποιητική διάσταση. Κάθε άλλο μάλιστα... Οι περισσότεροι στίχοι των σύγχρονων τραγουδιών (όχι μόνο από το ροκ αλλά και από τα υπόλοιπα είδη αστικής μουσικής) είναι ευτελείς, γραμμένοι με τη λογική του σουξέ και την ευκολία στην απομνημόνευση, έτοιμοι να καταναλωθούν από αγοράκια και κοριτσάκια αλλά και μεγαλύτερους σε ηλικία με ανύπαρκτη παιδεία και αισθητική.
Από την άλλη, όμως, δεν είναι καθόλου λίγες οι περιπτώσεις των δημιουργών των οποίων ο λόγος παίζει πρωταρχικό ρόλο στο έργο τους, που βασανίζονται με τις λέξεις συχνά περισσότερο από ό,τι με τις νότες, και δεν είναι τυχαίο που υπάρχουν τόσο πολλοί μουσικοί που κατά καιρούς έχουν εκδώσει ποιητικές συλλογές και αν σε αυτούς προσθέσουμε όσους έχουν εκδώσει πεζά (όχι αυτοβιογραφίες), τότε ο αριθμός των «λογοτεχνών» μουσικών δεν είναι καθόλου μικρός.
Πιο συγκεκριμένα, μουσικοί που κατά καιρούς έχουν εκδώσει βιβλία με ποίηση ή λογοτεχνία είναι: Jim Carroll, Patti Smith, Tom Verlaine, Bob Dylan, Ed Sanders, Ian Hunter, Mick Farren, Alan Hull, Peter Hammill, Woody Guthrie, Al Cooper, John Lennon, Jim Morrison, Marc Bolan, Phil Lynott, Robert Palmer, Debbie Harry, Graham Parker, Eric Burdon, Diamanda Galas, Nick Cave, Henry Rollins, Lydia Lunch και πολλοί άλλοι ακόμη.
Η καινούργια αστική ζωή
Το σίγουρο είναι ότι η ροκ ποίηση είναι πανταχού παρούσα πια, μέσα από τις επιδράσεις της, τις επιρροές της, τα βιβλία των μουσικών, τα τραγούδια που σημάδεψαν και σημαδεύουν τη ζωή μας, τους στίχους που σιγοψιθυρίσαμε. Και καθ' όσον με αφορά προσωπικά (αλλά πιστεύω και πολλούς ακόμη), έμαθα από τη ροκ ποίηση όσα άλλοι μαθαίνουν διαβάζοντας «κανονική» ποίηση. Αισθάνομαι, σκέφτομαι, προβληματίζομαι και κατανοώ με όσα μου λένε τα τραγούδια, τα ποιήματα του Jim Morrison, της Patti Smith και του Peter Hammill και τα ταξίδια μου έχουν να κάνουν πάλι με «ταξιδιάρικα» τραγούδια του ροκ παρά με περιηγητικά βιβλία ή με το «On the road» του Τζακ Κέρουακ. Οσα πολύπλοκα και φευγάτα ειπώθηκαν στην ψυχεδέλεια, η άμεση ποίηση του πανκ, η σκληρή πραγματικότητα του ραπ, τα αισθητικά κομψοτεχνήματα των μουσικών - ποιητών που προαναφέρθηκαν αποτελούν ένα πεδίο μελέτης και γνώσης που καταγράφει με απλό, άμεσο, πυκνό και περιεκτικό τρόπο την καινούργια αστική ζωή, όπως τη βίωσαν και τη βιώνουν οι άνθρωποι που τη ζουν και δεν τη βλέπουν από το παράθυρο.
Δεν ξέρω αν η λογοτεχνία θα ήταν φτωχότερη χωρίς τους μουσικούς - ποιητές, σίγουρα όμως θα ήταν η ζωή και η σκέψη πολλών ανθρώπων τους οποίους αυτά τα τραγούδια τους βοήθησαν να μεταβούν σε ένα άλλο επίπεδο, να κοιτάξουν τη ζωή κατάματα, όπως οι «καταραμένοι» ήρωές τους, και να ξορκίσουν τα φαντάσματα με τον λυτρωτικό τρόπο των τραγουδιών.
Θα τελειώσω αυτό το σημείωμα (που δεν είναι παρά απλώς μια αφορμή για μια προσεκτική ματιά στα λόγια τραγουδιών που μπορεί να μην προσέχθηκαν) με την αντίληψη του Ray Davis των Kinks για το ροκ και την ποίηση, την οποία αντιλαμβάνεται φυσικά μέσα από τη ροκ αισθητική: «Ενα βράδυ καθόμουν σε ένα μπαρ πίνοντας, οπότε με πλησιάζει ένας τύπος και μου λέει: "Ρέι, σε γουστάρω πάρα πολύ και τη μουσική που κάνεις αλλά και τους στίχους σου. Είσαι ένας ποιητής". Πήρα ένα μπουκάλι και του έσπασα το κεφάλι. Ακου εκεί ποιητής...».


πηγή: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=34&artId=78823&dt=08/02/1998#ixzz11OlDVOZS

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Κατερίνα Γώγου: Η οργισμένη ποιήτρια των Εξαρχείων


«Ντούκου ντούκου η γραφομηχανή, φαίνεται εμπνέει το ντούκου ντούκου», την πείραζε ο Νικόλας Άσιμος. Κι ας ήξερε πως κι η Κατερίνα Κροκανθρώπους αναζητούσε. Αλλά κι εκείνη τον προειδοποιούσε: «Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είν` ο στόχος, το νου σου, ε;». «Πρέζες υπάρχουν πολλές, αλλά η ηρωίνη σκοτώνει», της τραγουδούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος και η Κατερίνα έδειχνε να συμφωνεί: «Μιλάω για την ηρωίνη γιατί αποδεκάτισε τα παιδιά»...


Περισσότερα εδώ